adwent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈadvɛ̃nt/
adwent 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

adwent (pl) αρσενικό

  1. η μικρή Σαρακοστή, η περίοδος της νηστείας πριν τα Χριστούγεννα