affaire

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
affaire affaires

affaire  (fr) θηλυκό

  1. η υπόθεση, η δουλειά
    C'est une affaire compliquée. - Πρόκειται για μια πολύπλοκη υπόθεση.
  2. Un homme d'affaires. Ένας επιχειρηματίας.
  3. πράγμα
    Ramasse tes affaires. - Μάζεψε τα πράγματά σου.

Συγγενικές λέξεις

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/affaire"