affaire
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr)
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| affaire | affaires |
affaire (fr) θηλυκό
- η υπόθεση, η δουλειά
- C'est une affaire compliquée. - Πρόκειται για μια πολύπλοκη υπόθεση.
- Un homme d'affaires. Ένας επιχειρηματίας.
- πράγμα
- Ramasse tes affaires. - Μάζεψε τα πράγματά σου.
Συγγενικές λέξεις
- affaire
- affairé - affairée
- affairement
- affairisme
- affairiste
- s'affairer