affect
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
affect (en)
[
]
Ρήμα
affect (en)
- επηρεάζω
- συγκινώ
- προσποιούμαι κάτι
- προσβάλλω (π.χ. για αρρώστια που προσβάλλει ένα μέρος του σώματος)