affineur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό affineur affineurs
θηλυκό affineuse affineuses

affineur (fr)

  1. ο ειδικός της τελειοποίησης ενός αντικειμένου, του καθαρισμού ενός μετάλλου, της ωρίμανσης ενός τυριού, κ.α.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  • δείτε τη λέξη: affiner