affinité
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
ενικός
πληθυντικός
affinité
affinités
affinité
(fr)
θηλυκό
η
συνάφεια
, η
ομοιότητα
(
νομικός όρος
) η
συγγένεια
το
ταίριασμα
, η
συμπάθεια
συνώνυμα:
accord
,
sympathie
αντώνυμα:
désaccord
,
antipathie
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Νομικοί όροι (γαλλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Deutsch
English
Español
Eesti
Français
Ido
한국어
Malagasy
Nederlands
Polski
Tiếng Việt
中文