agate
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| agate | agates |
agate (en)
- ο αχάτης
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- agate < από το όνομα του ποταμού Achates, στη Σικελία, όπου βρέθηκε το πέτρωμα
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
agate (fr) θηλυκό
- (ορυκτολογία) είδος χαλαζία, συνονθύλευμα από διάφορα είδη από διοξείδιο του πυριτίου, που γυαλίζει τέλεια και αλλάζει χρώμα
- Les agates orientales sont les plus estimées.
- Agate herborisée : αχάτης μέσα στο οποίο βρίσκονται στοιχεία που θυμίζουν την όψη των δενδρυλλίων, των θάμνων ή των κλαδιών
- κάθε κατασκεύασμα από αχάτη
- Un beau cabinet d’agates.
- La plus belle agate connue est celle du cabinet des antiques à la Bibliothèque nationale de paris : elle représente la glorification de Germanicus et elle a 32 centimètres de hauteur.
- εργαλείο μέσα στο οποίο βρίσκεται δεμένος ένας αχάτης και το οποίο χρησιμεύει στο μαύρισμα του χρυσού