agent

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

agent  (en)

  1. πράκτορας (πχ μυστικής υπηρεσίας, ταξιδιωτικός πράκτορας κλπ)
  2. ο αντιπρόσωπος κάποιου άλλου, πχ ο ατζέντης
  3. δραστικός παράγοντας· οτιδήποτε έχει τη δύναμη να παραγάγει ένα αποτέλεσμα
    chemical agent - δραστική χημική ουσία, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται στα χημικά όπλα
  4. (γραμματική) το πρόσωπο που ενεργεί· το υποκείμενο στην ενεργητική σύνταξη ή το ποιητικό αίτιο στην παθητική


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

agent < λατινική agens < agere

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.ʒɑ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
agent agents

agent  (fr) αρσενικό

  1. πράκτορας (πχ μυστικής υπηρεσίας, ταξιδιωτικός πράκτορας κλπ)
  2. ο αντιπρόσωπος κάποιου άλλου, πχ ο ατζέντης
  3. δραστικός παράγοντας· οτιδήποτε έχει τη δύναμη να παραγάγει ένα αποτέλεσμα
    agent de pollution de l'environnement - παράγοντας μόλυνσης του περιβάλλοντος

Συγγενικές λέξεις

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/agent"