agriculture
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
agriculture (en)
- η γεωργία
- η αγροκαλλιέργεια
- urban agriculture - αστική αγροκαλλιέργεια
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- agriculture < λατινική agricultura
Προφορά[
]
- ΔΦΑ : /a.gʁi.kyl.tyʁ/
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| agriculture | agricultures |
agriculture (fr) θηλυκό
- η γεωργία