al fresco

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

al fresco < fresco

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

al fresco (it)

  1. σε δροσερό μέρος, στο ψυγείο
  2. (αργκό) στο φρέσκο στη φυλακή, Ο κλέφτης πιάστηκε και "θα μπεί σε μέρος δροσερό"