allégretto
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- allégretto < ιταλική allegretto
Επίρρημα [
]
allégretto (fr) (ορθογραφία του 1990)
allégretto (fr) (ορθογραφία του 1990)