als
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Σύνδεσμος
als (nl)
- Ich habe mehr Angst als du, έχω περισσότερο άγχος από εσένα
- Ich verdiene mehr als du, βγάζω περισσότερα χρηματα από εσένα
- Als Ersatz, ich gebe dir ein neue Apparat, ως(για) αντικατάσταση, σου δίνω μια νέα συσκευή
[
]
Καταλανικά (ca)
[
]
Ετυμολογία =
[
]
Άρθρο
als (ca)
[
]
Ολλανδικά (nl)
[
]
Σύνδεσμος
als (nl)