amo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

amo < am- + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική amo amoj
αιτιατική amon amojn

amo (eo)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []



Ίντο (io) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

amo < εσπεράντο, amo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

amo (io)



Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

amo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *am-a- / *am- (μητέρα) ή *h₂emh₃- (δράττομαι, πιάνω, αρπάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈa.moː/

Open book 01.svg Ρήμα[]

amo (la) (ămo1-amāvi-amātum-amāre)

  1. αγαπώ
  2. υποχρεώνομαι
  3. απολαμβάνω, μου αρέσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]