anachronism
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
anachronism (en)
- ο αναχρονισμός
- (συνεκδοχικά) πρόσωπο ή πράγμα που δεν ταιριάζει στην εποχή του