analyst
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
analyst (en)
- ο αναλυτής (άνθρωπος που αναλύει κάποιο θέμα, συνήθως επαγγελματικά)
- systems analyst, public policy analyst, financial analyst
- ο ψυχαναλυτής