anastomosis
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
anastomosis (en)
- η αναστόμωση (η χειρουργική επέμβαση)
- η αναστόμωση (η σύνδεση διάφορων μελών ενός συστήματος που σχηματίζουν δίκτυο, ειδικά νεύρων ή αγγείων)