anchor
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
anchor (en)
[
]
Ρήμα
anchor (en)
- αγκυροβολώ
- στερεώνω κάτι ώστε να μην κινείται
- βασίζω κάτι
- εκφωνώ τις ειδήσεις σε ηλεκτρονικό μέσο