annulaire
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| annulaire | annulaires |
annulaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| annulaire | annulaires |
annulaire (fr) αρσενικό