anonymat
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.nɔ.ni.ma/
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| anonymat | anonymats |
anonymat (fr) αρσενικό
- η ανωνυμία
[
]
- anonymat
- anonymie
- anonyme
- anonymement
- anonymographe