antonimo
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- antonimo < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | antonimo | antonimoj |
| αιτιατική | antonimon | antonimojn |
antonimo (eo)
- το αντώνυμο