anxiety
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
anxiety (en)
- αγωνία, άγχος (νευρικότητα)
- αγωνία, ανησυχία (φόβος)
- ανυπομονησία
anxiety (en)