appeal
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
appeal (en)
- η έφεση
- η ένσταση κατά μιας διοικητικής απόφασης
- in an administrative appeal the correctness of the decision itself will be examined, usually by a higher body in the agency (από το λήμμα Administrative_law της αγγλόφωνης Βικιπαίδειας)
- η έκκληση, η προσφυγή
- η ελκυστικότητα, η γοητεία
Ρήμα [
]
appeal (en)
- εφεσιβάλλω, κάνω έφεση
- κάνω ένσταση κατά μιας απόφασης
- κάνω έκκληση
- ελκύω