appeal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

appeal (en)

  1. η έφεση
  2. η ένσταση κατά μιας διοικητικής απόφασης
    in an administrative appeal the correctness of the decision itself will be examined, usually by a higher body in the agency (από το λήμμα Administrative_law της αγγλόφωνης Βικιπαίδειας)
  3. η έκκληση, η προσφυγή
  4. η ελκυστικότητα, η γοητεία

Open book 01.svg Ρήμα[]

appeal (en)

  1. εφεσιβάλλω, κάνω έφεση
  2. κάνω ένσταση κατά μιας απόφασης
  3. κάνω έκκληση
  4. ελκύω