apprentissage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
apprentissage apprentissages

apprentissage  (fr) αρσενικό

  1. η εκμάθηση
    il s'est lancé dans l'apprentissage du chinois - ρίχτηκε στην εκμάθηση των κινεζικών
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες