arpentage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
arpentage arpentages

arpentage (fr) αρσενικό

  1. η χωρομέτρηση
  2. το σύνολο των τεχνικών της χωρομέτρησης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  • δείτε τη λέξη: arpent