arrangement
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
arrangement (en)
- η διάταξη
- η τακτοποίηση, η διευθέτηση
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| arrangement | arrangements |
arrangement (fr) αρσενικό
- η διάταξη
- η τακτοποίηση, η διευθέτηση
- (μουσική) η διασκευή