arterie
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αφρικάανς (af) [
]
Ουσιαστικό [
]
arterie (af)
Δανικά (da) [
]
Ουσιαστικό [
]
arterie (da)
Νορβηγικά (no) [
]
Ουσιαστικό [
]
arterie (no)
Ολλανδικά (nl) [
]
Ουσιαστικό [
]
arterie (nl)