articulated
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
articulated (en)
- articulated bus - αρθρωτό λεωφορείο
[
]
Ρηματικός τύπος
articulated (en)
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος articulate