assembly
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
assembly (en)
- συνέλευση, συνάθροιση, συναγωγή
- συναρμολόγηση
- (πληροφορική) γλώσσα προγραμματισμού με μνημονικές εντολές που αντιστοιχούν στη γλώσσα μηχανής ενός συγκεκριμένου τύπου επεξεργαστή