assertion
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
assertion (en)
Γαλλικά (fr)
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.sɛʁ.sjɔ̃/
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| assertion | assertions |
assertion (fr) θηλυκό