associate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

associate (en)

  1. συνδεδεμένος, χωρίς πλήρη δικαιώματα ή προνόμια
    associate member - συνδεδεμένο μέλος
    associate professor - αναπληρωτής καθηγητής
  2. πρόσεδρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

associate (en)

  1. η συντροφιά, ο σύντροφος, ο φίλος
  2. κάποιος που συμμετέχει σε μια ένωση χωρίς πλήρη δικαιώματα

Open book 01.svg Ρήμα[]

associate (en)

  1. (αμετάβατο) συνενώνομαι
  2. (αμετάβατο) κάνω παρέα, έχω κοινωνικές σχέσεις
  3. (μεταβατικό) συμμετέχω ως συνεταίρος, φίλος, σύμμαχος
  4. συνδέω
  5. συσχετίζω στο μυαλό μου ή τη φαντασία μου