assuré

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό assuré assurés
θηλυκό assurée assurées

assuré (fr)

  1. εξασφαλισμένος
    il a ses arrières assurés - έχει τα νώτα του εξασφαλισμένα
  2. σίγουρος
    il avait un air assuré - φαινόταν σίγουρος