atelier
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
atelier (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| atelier | ateliers |
atelier (fr) αρσενικό
[
]
Ρουμανικά (ro)
[
]
Ουσιαστικό
atelier (ro) ουδέτερο