atelier
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
atelier (en)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
< astelle, κομμάτι από ξύλο < από το λατινικό astula
Ουσιαστικό
atelier (fr) αρσενικό (πληθυντικός: ateliers)
Ρουμανικά (ro)
Ουσιαστικό
atelier (ro) ουδέτερο