atto-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Διεθνείς όροι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

  • atto- < νορβηγικό atten  (no) (= δεκαοχτώ) < αρχαίο νορβηγικό āttjān.

[] Open book 01.svg Πρόθημα

atto-

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες