aukcja
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Πολωνικά (pl) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | aukcja | aukcje |
| γενική | aukcji | aukcji(/aukcyj) |
| δοτική | aukcji | aukcjom |
| αιτιατική | aukcję | aukcje |
| οργανική | aukcją | aukcjami |
| τοπική | aukcji | aukcjach |
| κλητική | aukcjo | aukcje |
Προφορά [
]
Ετυμολογία [
]
aukcja (pl) < γερμανική Auktion (de)
Ουσιαστικό [
]
aukcja (pl) θηλυκό