aveugle
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| aveugle | aveugles |
aveugle (fr)
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| aveugle | aveugles |
aveugle (fr) αρσενικό ή θηλυκό