bœuf

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

bœuf < αρχαία γαλλική buef < λατινική bos, γενική bŏvis

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

  • ΔΦΑ : boeuf /bœf/, boeufs /bø/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
bœuf bœufs

bœuf (fr) αρσενικό