babouche
Από Βικιλεξικό
[
]
- ΔΦΑ : /ba.buʃ/
babouche (fr) θηλυκό
- δερμάτινη παντόφλα, ανοιχτό προς τα πίσω, χωρίς τακούνι, που χρησιμοποιείται σαν παπούτσι σε μουσουλμανικά κράτη
- (γενικότερα) τέτοιου είδους παντόφλα, με ή χωρίς τακούνι, που χρησιμοποιείται σαν παπούτσι
-
συνώνυμα: mule