badanie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική badanie badania
γενική badania badań
δοτική badaniu badaniom
αιτιατική badanie badania
οργανική badaniem badaniami
τοπική badaniu badaniach
κλητική badanie badania

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /baˈdãɲɛ/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

badanie (pl) < badać

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

badanie (pl) ουδέτερο

  1. η εξέταση

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • δεν αναφέρεται στον έλεγχο γνώσεων ή των ικανοτήτων ενός ατόμου (egzamin)