bailiff

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

bailiff  (en)

  1. (κατά τον Μεσαίωνα) βάιλος ή βαΐλος
  2. τίτλος αξιωματούχου με αρμοδιότητες που ποικίλλουν από χώρα σε χώρα
  3. το αστυνομικό όργανο που παρίσταται σε μία δίκη και εκτελεί τις εντολές του προέδρου
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες