ballast

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ballast  (en)

  1. (ναυτικός όρος) η σαβούρα
  2. ...



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
ballast ballasts

ballast  (fr) αρσενικό

  1. τριμμένες πέτρες που βάζουν κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές για να τις σταθεροποιήσουν
  2. (ναυτικός όρος) δεξαμενή νερού για την κατάδυση ενός υποβρυχίου
  3. (ναυτικός όρος) δεξαμενή αλμυρού νερού, σε ένα μεταγωγό πλοίο, που χρησιμεύει στη σταθεροποίησή του όταν δεν μεταφέρει υλικά
  4. (φυσική) αντίσταση που σταθεροποιεί το ρεύμα ενός κυκλώματος
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες