balotado
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | balotado | balotadoj |
| αιτιατική | balotadon | balotadojn |
balotado (eo)