barter
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
barter (en)
- αντιπραγματισμός, ανταλλαγή προϊόντων ίσης αξίας, εμπορική πράξη χωρίς τη χρήση χρήματος
Ρήμα [
]
barter (en)
- ανταλλάσσω προϊόντα ίσης αξίας