base
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
base (en)
- η βάση, το θεμέλιο (ενός κτηρίου ή ενός συλλογισμού)
- η στρατιωτική βάση
- (χημεία) η βάση
- (μαθηματικά) η βάση ενός τριγώνου· η βάση ενός λογαρίθμου
Ρήμα [
]
base (en)
[
]
Γαλλικά (fr) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| base | bases |
base (fr) θηλυκό
Ισπανικά (es) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| base | bases |
base (es) θηλυκό