battage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
battage battages

battage (fr) αρσενικό

  1. χτύπημα
  2. αλώνισμα
  3. (μεταφορικά) υπερβολική διαφήμιση ενός προσώπου ή ενός πράγματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: battre