beau
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | beau | beaux |
| θηλυκό | belle | belles |
beau (fr) και bel (μπροστά από φωνήεν, άφωνο h, μερικές εκφράσεις)
[
]
Ουσιαστικό
beau (fr)
- το ωραίο
[
]
Επίρρημα
beau (fr)
- μάταια
- j'ai beau le lui dire, il fait la sourde oreille - του το λέω μάταια, κάνει πως δεν ακούει