benefit of the doubt
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Πολυλεκτικός όρος [
]
benefit of the doubt (en)
- το ελαφρυντικό της αμφιβολίας, (απαλλαγή) λόγω αμφιβολιών, το τεκμήριο αθωότητας (και presumption of innocence το τεκμήριο)