bescheiden
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γερμανικά (de)
[
]
Ρήμα
[
]
sich
bescheiden
(de)
mit
αρκούμαι
etwas abschlägig
bescheiden
(de)
απορρίπτω
κάτι
Επίθετο
[
]
bescheiden
(de)
μετριόφρονας
Κατηγορίες
:
Γερμανική γλώσσα
Ρήματα (γερμανικά)
Επίθετα (γερμανικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Deutsch
English
Esperanto
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
ქართული
한국어
Kurdî
Malagasy
Nederlands
Polski
Português
Русский
Svenska
中文