bière
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό 1
bière (fr) θηλυκό
[
]
Ουσιαστικό 2
bière (fr) θηλυκό
- φέρετρο
- mise en bière - τοποθέτηση στο φέρετρο