bishop
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
bishop (en)
- ο επίσκοπος, ο δεσπότης
- (στο σκάκι) ο αξιωματικός, ο τρελός
- (αργκό) το πέος
bishop (en)