bit
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
bit (en)
- μικρό κομμάτι, μικρή ποσότητα
- (μαθηματικά) και (πληροφορική) (συντόμευση του binary digit) δυφίο
- κέρμα μικρής αξίας
- στομίδα χαλιναριού
- τριβέλι, τρυπάνι
Εκφράσεις
Ρήμα
bit (en)
Επίθετο
bit (en)
(Επιθετικός προσδιορισμός)
- Χρησιμοποιείται ως προδιοριστικό συνθετικό σε όρους όπως: bit error, bit rate, bit interval, bit signal κ.ά.
Επίρρημα
bit (en)
- Χρησιμοποιείται ως προδιοριστικό συνθετικό σε όρους όπως: bit mapped, bit structured κ.ά.