bitch
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
bitch (en)
- η σκύλα (το θηλυκό σκυλί ή υβριστικός χαρακτηρισμός)
- ο/η παθητικός/ή σε μια σχέση (συχνά ειρωνικά για κάποιον που ηττήθηκε)
- You are going down! You're so gonna be my bitch tonight."
[
] Εκφράσεις
- life's a bitch and then you die (επίσης: life's a bitch): δηλώνει γενική απαισιοδοξία
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Ρήμα
bitch (en)
- παραπονιέμαι, γκρινιάζω
- quit bitching about the problem and do something about it